Saturday, May 7, 2016

Το ελληνικό δημόσιο διογκώθηκε υπέρμετρα από την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη το 2002 και μέχρι την έλευση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης το 2007-2009. Η εξέλιξη αυτή αντιστράφηκε με την άφιξη των Μνημονίων το 2010 και μετά, αλλά μόνο μερικώς, με αποτέλεσμα η δημοσιονομική προσαρμογή της περιόδου 2010-2015 να στηριχθεί υπερβολικά στη συνεχή αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης. ..ΣΕΒ

Απόσπασμα από το Εβδομαδιαίο δελτίο για την Ελληνική οικονομία ...ΣΕΒ


Η απασχόληση στον δημόσιο τομέα

Το ελληνικό δημόσιο διογκώθηκε υπέρμετρα από την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη το 2002 και μέχρι την έλευση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης το 2007-2009. Η εξέλιξη αυτή αντιστράφηκε με την άφιξη των Μνημονίων το 2010 και μετά, αλλά μόνο μερικώς, με αποτέλεσμα η δημοσιονομική προσαρμογή της περιόδου 2010-2015 να στηριχθεί υπερβολικά στη συνεχή αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης. 

Αυτό συνέβη, μάλιστα, σε ένα περιβάλλον ακραίας ύφεσης, που προκλήθηκε (αλλά και προκάλεσε) από την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση καθώς οι αυξήσεις φορολογικών συντελεστών γινόντουσαν όλο και λιγότερο αποτελεσματικές για την είσπραξη εσόδων λόγω της ύφεσης. Το 2015, τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκαν σε €84,7 δισ., έχοντας αυξηθεί κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) του ΑΕΠ από το 2009 (Διάγραμμα 1), έτος δημοσιονομικού εκτροχιασμού και αποσύνθεσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και έτος κορύφωσης της παγκόσμιας κρίσης. 

Σημειωτέον ότι ο κατήφορος στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής είχε ξεκινήσει με τα «κοινωνικά πακέτα» Σημίτη 2002-2003 και των μεγάλων έργων υποδομής της περιόδου μέσω δανεισμού, εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 καθώς και την αδυναμία των κυβερνήσεων από το 2004 και μετά να αντιστρέψει τη διόγκωση των ελλειμμάτων που προκαλούσαν οι αθρόες προσλήψεις στο δημόσιο. Χαρακτηριστικό γενεσιουργό στοιχείο των πρωτογενών δαπανών της γενικής κυβέρνησης στην μετα-Ευρώ περίοδο είναι η αύξηση των δαπανών για προσωπικό, που εκτινάχθηκε από 10,6% του ΑΕΠ το 2003 σε 11,3% το 2004 και 13,1% το 2009. Παρόλη την προσαρμογή που συντελέστηκε, η δαπάνη το 2015 έχει μειωθεί οριακά στο 12,2% του ΑΕΠ, επίπεδο υψηλότερο από εκείνο του 2004 (Διάγραμμα 1). 

Οι απασχολούμενοι στο δημόσιο αυξήθηκαν κατά 19,1% μεταξύ 2000 και 2008, όταν στην ιδιωτική οικονομία αυξήθηκαν μόνο κατά 10,5% (Διαγράμματα 2 και 3). Κατά την περίοδο 2003-2009, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η απασχόληση αυξανόταν κατά 1,3% τον χρόνο ενώ οι αμοιβές των εργαζομένων κατά 2,2% τον χρόνο (Διάγραμμα 4). Στο σύνολο της οικονομίας, οι αμοιβές των απασχολουμένων αυξανόντουσαν κατά 1% τον χρόνο, στοιχείο που καταδεικνύει την αυτονόμηση του δημοσίου πέραν πάσης οικονομικής λογικής και πέραν των δυνατοτήτων της οικονομίας.

Με την εφαρμογή των Μνημονίων, από το 2010 και μέχρι σήμερα, το προσωπικό του δημόσιου τομέα έχει μειωθεί κατά -24% και ο μέσος μηνιαίος καθαρός μισθός κατά -14,6% περίπου. Στην ίδια περίοδο, οι προσλήψεις ανήλθαν σε 70 χιλ. περίπου και οι αποχωρήσεις σε 200 χιλ., κυρίως μέσω συνταξιοδότησης. Αντίθετα, στο σύνολο της οικονομίας, ο μέσος μηνιαίος καθαρός μισθός μειώθηκε κατά -17,9% και οι απασχολούμενοι κατά -20,9%, κυρίως μέσω απολύσεων. Ειδικότερα, οι απασχολούμενοι από 4.585 χιλ. το 2009 μειώθηκαν σε 3.535 χιλ. το 2013 και έκτοτε έχουν αυξηθεί (2015) σε 3.626 χιλ. (Διάγραμμα 2 και 3) ενώ οι άνεργοι από 456 χιλ. το 2009 αυξήθηκαν σε 1.328 χιλ. το 2013 και έκτοτε έχουν μειωθεί (2015) σε 1.175 χιλ.


Οι μέσες καθαρές μηνιαίες αποδοχές στον δημόσιο τομέα ανέρχονται σήμερα (2015) σε €1.050, όταν στον ιδιωτικό τομέα δεν υπερβαίνουν τα €780 (Διαγράμματα 4 και 5). Το 2015 ήταν η πρώτη χρονιά όπου στον δημόσιο τομέα καταγράφηκε αύξηση κατά 1,5% (έναντι οριακής μείωσης -0,1% το 2014) ενώ η μεταβολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα κινήθηκε σε αρνητικό επίπεδο (-1,1%), όπως έγινε και το 2014 (-1,3%) (Διάγραμμα 6).


Από τα στοιχεία εθνικών λογαριασμών κατά κλάδο, με τα οποία μπορεί να γίνει σύγκριση της Ελλάδας με την ΕΕ-28, προκύπτει ότι στην ΕΕ-28, οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων στον στενό δημόσιο τομέα (κλάδος δημόσιας διοίκησης, άμυνας και υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης χωρίς τους κλάδους υγείας και εκπαίδευσης) είναι υψηλότερη εκείνων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Το ίδιο, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, συμβαίνει και στην Ελλάδα (Διάγραμμα πρώτης σελίδας). Οι αμοιβές στο δημόσιο υπερβαίνουν εκείνες του ιδιωτικού τομέα κατά 19% στην Ελλάδα και κατά 15% στην ΕΕ-28, όταν δεν λαμβάνονται υπόψη οι εργοδοτικές εισφορές (πραγματικές και τεκμαρτές ώστε να καλύπτονται τα ελλείμματα κοινωνικής ασφάλισης), δηλαδή στις μικτές αποδοχές, και κατά 46% και 26% αντιστοίχως, περιλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών.


 Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην απασχόληση. Στην Ελλάδα, το 16% των μισθωτών απασχολείται στον στενό δημόσιο τομέα ενώ το αντίστοιχο μερίδιο στην ΕΕ-28 είναι 8%. Στο πλαίσιο των εφεδρικών μέτρων που προκρίνονται από τους θεσμούς ύψους €3,6 δισ. μέχρι το 2018, γίνεται αναφορά σε περικοπές της δαπάνης για αμοιβές προσωπικού στο δημόσιο. Μία ορθολογική αντιμετώπιση του θέματος θα ήταν να περικοπεί σε εύλογο χρονικό διάστημα ο μέσος μισθός στον δημόσιο τομέα έτσι ώστε οι σχέσεις μεταξύ μισθών και απασχόλησης στην Ελλάδα να μην διαφέρει από εκείνους στη μέση ευρωπαϊκή χώρα. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο μέσος μικτός μισθός θα έπρεπε να μειωθεί κατά -3% ή €565 ετησίως και η μέση απασχόληση κατά -50% ή 180 χιλ. υπαλλήλους.

Εναλλακτικά ο μέσος όρος μπορεί να επιτευχθεί εάν η ιδιωτική οικονομία επεκταθεί κατά 2 εκατ. απασχολούμενους! Προφανώς αυτό είναι ανέφικτο και καταδεικνύει το μέγεθος του βάρους που σηκώνει ο ιδιωτικός τομέας για την μισθοδοσία του υπερτροφικού κράτους!


Διαβάστε εδώ το πλήρες ΔΕΛΤΙΟ


πηγή http://www.sev.org.gr/