Thursday, January 24, 2019

Χρηματοπιστωτική Επισκόπηση - Βελτιώθηκε η Ρευστότητα - Η Κεφαλαιακή επάρκεια των Ελληνικών Τραπεζικών Ομίλων υποχώρησε το πρώτο εξάμηνο του 2018 ..- ΤτΕ



Δημοσίευση - 22/11/2018 - Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος

Σύνοψη

Η σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνεχίστηκε το πρώτο εξάμηνο του 2018, γεγονός που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών. Η επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης σε συνδυασμό με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, βοηθάει στην αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ ενός εξωστρεφούς παραγωγικού υποδείγματος που θα βασίζεται στους τομείς των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Το γεγονός αυτό συμβάλει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και οδήγησε στην περαιτέρω αναβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης Standard & Poor's (Β+ από 25.6.2018) και Fitch (BB- από 10.8.2018). Εντούτοις, η υφιστάμενη πιστωτική διαβάθμιση υπολείπεται ακόμη για την επίτευξη αξιολόγησης της επενδυτικής βαθμίδας.

Η βελτίωση της χρηματοδότησης και της ρευστότητας της οικονομίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση του μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, και το πρώτο εξάμηνο του έτους η σαφής θετική πορεία πιστοποιήθηκε από την εξέλιξη των μεγεθών. Τα πιστωτικά ιδρύματα προχώρησαν στην περαιτέρω απεξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (Emergency Liquidity Assis-tance, ELA) (Οκτώβριος 2018: 3,6 δισεκ. ευ-ρώ, Δεκέμβριος 2017: 21,6 δισεκ. ευρώ), γεγονός που συμβάλει στην ομαλοποίηση της χρηματοδότησης των τραπεζών.

Επιπρόσθετα, οι προσπάθειες για την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ), που αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, παρουσίασαν θετικά αποτελέσματα. Το απόθεμα των ΜΕΑ1 συρρικνώθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018 και ανήλθε στο 47,8% του συνολικού χαρτοφυλακίου (ή σε 88,9 δι-σεκ. ευρώ). Εντούτοις, αν λάβουμε υπόψη μας τον υφιστάμενο αρνητικό ρυθμό πιστωτικής επέκτασης και την απομόχλευση που συντελείται στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν δημιουργούνται περιθώρια εφησυχασμού.


Η επίλυση του προβλήματος της αποτελεσματικής διαχείρισης των ΜΕΑ απαιτεί πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς μείωσής τους, δεδομένου ότι η χώρα έχει ολοκληρώσει τον υφεσιακό της κύκλο και η περίοδος ανάκαμψης απαιτεί την αξιοποίηση στο έπακρο των δυνατοτήτων του τραπεζικού συστήματος. Είναι θετικό ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί αρκετά βήματα σε επίπεδο τόσο νομοθετικών πρωτοβουλιών και ρυθμιστικού πλαισίου για να αρθούν θεσμικά και διοικητικά εμπόδια, όσο και ενεργειών των πιστωτικών ιδρυμάτων, που προάγουν την αποτελεσματική διαχείριση των ΜΕΑ.



Ωστόσο, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον εργαλεία στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής για τη διαχείριση του προβλήματος σε συνεργασία με την Πολιτεία, τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό και φυσικά τα πιστωτικά ιδρύματα. Στο πλαίσιο αυτό στο Ειδικό Θέμα Ι παρουσιάζεται μία πρόταση για τη συστημική επίλυση του ζητήματος των ΜΕΑ σε συνδυασμό με τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, διευρύνοντας τις ήδη διαθέσιμες επιλογές.


Η παρούσα Επισκόπηση καλύπτει το σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά δίνει έμφαση στην ανάλυση των τραπεζικών εξελίξεων, δεδομένης της μεγάλης σημασίας των τραπεζών στην Ελλάδα σε σχέση με τα λοιπά ιδρύματα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η ανάλυση συμπληρώνεται από Ειδικά Θέματα, που αναδεικνύουν επίκαιρα θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος.


Οι δείκτες ανθεκτικότητας των ελληνικών τραπεζών σε ενοποιημένη βάση το πρώτο εξάμηνο του 2018 επηρεάστηκαν δυσμενώς από την εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9) και από έκτακτα έξοδα που συνδέονται με την εφαρμογή των σχεδίων αναδιάρθρωσής τους.

Στο Ειδικό Θέμα ΙΙ αναφέρονται οι επιδρά-σεις από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 στα βα-σικά μεγέθη των ισολογισμών των τραπεζών και στους εποπτικούς τους δείκτες.

Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα κατέγραψαν το πρώτο εξάμηνο του 2018 ζημίες μετά φόρων και διακοπτόμενων δραστηριοτήτων ύψους 320 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 14,5% σε σχέση με το α’ εξάμηνο του 2017, καθώς τα έσοδα από τόκους μειώθηκαν ταχύτερα από τα έξοδα τόκων.



Τα έσοδα από τόκους επηρεάστηκαν αρνητικά κυρίως από την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εκτοκιζόμενων υπολοίπων των δανείων, αλλά και από τη συνεχιζόμενη απομόχλευση του ενεργητικού των τραπεζών. Η υποχώρηση των εξόδων από τόκους οφείλεται κυρίως στη συνεχιζόμενη μείωση της χρηματοδότησης από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance).

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο μειώθηκε και διαμορφώθηκε στο 2,4%, παραμένοντας ωστόσο σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο που εμφανίζουν μεσαίου μεγέθους τραπεζικοί όμιλοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Συνολικά, παρατηρήθηκε σημαντική υποχώρηση των λειτουργικών κερδών το πρώτο εξάμηνο του 2018, αλλά και του δείκτη αποτελεσματικότητας (λόγος λειτουργικών εξόδων προς έσοδα) των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, ο οποίος όμως παραμένει σε επίπεδο χαμηλότερο έναντι του μέσου όρου των μεσαίου μεγέθους τραπεζικών ομίλων στην ΕΕ.


Το πρώτο εξάμηνο του 2018 τα πιστωτικά ιδρύματα σχημάτισαν μειωμένες προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο (κατά 21,8% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2017), λόγω εν μέρει της ανάκτησης προβλέψεων σχετιζόμενες με την πώληση χαρτοφυλακίων MEA.


Όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων, αυτή υποχώρησε το πρώτο εξάμηνο του 2018 εξαιτίας της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9, και της καταγραφής ζημιών μετά από φόρους. 

Αναλυτικότερα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 15,7% από 17% το Δεκέμβριο του 2017.

Διευκρινίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να διατηρήσουν ένα σημαντικό κεφαλαιακό απόθεμα προκειμένου να απορροφήσουν τις μελλοντικές επιδράσεις από τη σταδιακή επίπτωση στα εποπτικά κεφάλαια από την ολοκλήρωση της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9, την επικείμενη έναρξη εφαρμογής του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας για τα λοιπά συστημικά σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα (Other Systemically Important Institutions – O-SII) την 1η Ιανουαρίου του 2019, η οποία αναλύεται στο Ειδικό Θέμα ΙΙΙ, καθώς και την αυστηροποίηση του χειρισμού των προ-βλέψεων για τα νέα ΜΕΑ, όπως έχει καθοριστεί από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό 2.


Όσον αφορά τους τραπεζικούς κινδύνους, ο πιστωτικός κίνδυνος εμφάνισε αποκλιμάκωση κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2018. Η μείωση των ΜΕΑ με στοιχεία εντός ισολογισμού σε επίπεδο συστήματος είναι της τάξεως του 5,9% (ή 5,6 δισεκ. ευρώ) από την αρχή του έτους και 17% ή 18,3 δισεκ. ευρώ σε σχέση με τη μέγιστη τιμή που καταγράφη-κε το Μάρτιο του 2016. Η βελτίωση ήταν αποτέλεσμα κυρίως διαγραφών δανείων, ενώ θετικά συνέβαλε και η πώληση χαρτοφυλα-κίων εκ μέρους των τραπεζών. Επιπρόσθετα, με βάση τις εκθέσεις προόδου που έχει δημο-σιεύσει η Τράπεζα της Ελλάδος, πιστοποιεί-ται η επίτευξη έως τώρα των επιχειρησιακών στόχων, που έχουν προσδιοριστεί για τα ΜΕΑ.


Οι συνθήκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκαν με την περαιτέρω ενίσχυση της καταθετικής τους βάσης, της έκδοσης καλυμμένων ομολογιών στις διεθνείς χρηματαγορές, της αύξησης των διατραπεζικών συναλλαγών και των συναλλαγών repos.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η αύξηση της καταθετικής βάσης έλαβε χώρα σε ένα πλαίσιο σταδιακής ελάφρυνσης των περιορισμών στην ανάληψη μετρητών και στη μεταφορά κεφαλαίων. Το γεγονός αυτό, απόρροια και της επιτυχούς ολοκλήρωσης του τρίτου προ-γράμματος οικονομικής προσαρμογής, ανέδειξε την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης του αποταμιευτικού κοινού και συνετέλεσε στην οριστική άρση των περιορισμών στην ανάληψη μετρητών από την 1.10.2018.


Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει απεξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τη χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα. Οι παράγοντες που συνετέλεσαν στην εξέλιξη αυτή, εκτός από την ενίσχυση της καταθετικής βάσης, είναι η συνεχιζόμενη απομόχλευση αν και με επιβραδυνόμενους ρυθμούς, καθώς και η αποεπένδυση μέσω της πώλησης θυγατρικών στο εξωτερικό και των μη τραπεζικών δρα-στηριοτήτων τους στην εγχώρια αγορά.


Εντούτοις, η διαμόρφωση συνθηκών πολιτικής αβεβαιότητας τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο δημιουργεί ανησυχία. Η σταδιακή αύξηση της μεταβλητότητας το τελευταίο διάστημα οδηγεί σε μεμονωμένες αναταράξεις στις αγορές, ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνει εμφατικά το βαθμό διασύνδεσης των αγορών και της εν δυνάμει χρηματοδότησης από αυτές.

Οι τρέχουσες τιμές αποτίμησης των κινητών αξιών αναδεικνύονται ιδιαίτερα ευμετάβλητες στις αλλαγές των προσδοκιών. Συνεπώς, η διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών για την αποκατάσταση απρόσκοπτης πρόσβασης στις αγορές δυσχεραίνεται, γεγονός που επιβάλλει την ενίσχυση της προσπάθειας για την εμπέδωση κλίματος χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.






πηγή  https://www.bankofgreece.gr/