Tuesday, January 22, 2019

Η αβεβαιότητα παραμένει στους Διεθνείς Επενδυτές συγκρατώντας σε υψηλό επίπεδο τις αποδόσεις των Ελληνικών Κρατικών Ομολόγων ..

Απόσπασμα από το Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών  - της  ALPHA BANK  - Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019 


Ελληνική Οικονομία 

H ανάλυση της εξελικτικής πορείας των δεικτών οικονομικού κλίματος έως το Δεκέμβριο του 2018, περιγράφει ελαφρώς αποκλίνουσες τάσεις ανάμεσα στις προσδοκίες των νοικοκυριών και τις επιχειρηματικές προσδοκίες. Από τη μία πλευρά, οι προσδοκίες των νοικοκυριών για τις καταναλωτικές τους δυνατότητες, τις συνθήκες απασχόλησης και την εν γένει οικονομική τους κατάσταση ακολουθούν ανοδική πορεία. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρηματικές προσδοκίες παρουσιάζουν πτωτική τάση με εξαίρεση τον κλάδο του λιανικού εμπορίου που διατηρεί τη δυναμική του. Τέλος, η αβεβαιότητα παραμένει το κύριο χαρακτηριστικό των κινήσεων του διεθνούς επενδυτικού κοινού συγκρατώντας σε υψηλό επίπεδο τις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών τίτλων. 


Προσδοκίες για την οικονομική κατάσταση των Νοικοκυριών: χρηματοοικονομικός και μη χρηματοοικονομικός πλούτος 

Στο Γράφημα 1 παρατηρείται (α) η φθίνουσα πορεία του ισοζυγίου θετικών - αρνητικών απαντήσεων όσον αφορά στις προσδοκίες για την πιθανότητα απώλειας θέσεων εργασίας η οποία αντανακλά σε σημαντικό βαθμό μία βελτίωση της προοπτικής για τη σταθερότητα των μελλοντικών εισοδημάτων και (β) η συνέχιση της σταδιακής ανόδου του ισοζυγίου απαντήσεων για τη χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών στους επόμενους δώδεκα μήνες. Επιπλέον, ο κινητός μέσος όρος του ισοζυγίου απαντήσεων στο ερώτημα σχετικά με την πρόθεση των νοικοκυριών για αποταμίευση κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες, φαίνεται να επιταχύνει τον ανοδικό βηματισμό του, παρά το γεγονός ότι ξεκινά από ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο. 


Οι ανωτέρω δείκτες υποδηλώνουν ότι τα νοικοκυριά εκτιμούν ότι η ικανότητά τους αρχικά να προστατεύσουν ή ακόμη και να ανακτήσουν μερικώς τον πλούτο τους στο μέλλον - η αξία του οποίου επλήγη σημαντικά στα έτη της ύφεσης - αργά και σταδιακά αποκαθίσταται. Στο σημείο αυτό, αξίζει να διερευνηθούν οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσεως στο μέγεθος του πλούτου των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, ξεκινώντας από το ζήτημα του ορισμού, τα βασικά στοιχεία που απαρτίζουν τον πλούτο των νοικοκυριών είναι ο χρηματοοικονομικός πλούτος, δηλαδή ρευστά διαθέσιμα και κινητές αξίες (ομόλογα, μετοχικοί τίτλοι κ.λπ.), ο μηχρηματοοικονομικός πλούτος που προσεγγίζεται κατά κύριο λόγο με τις αξίες των ακινήτων και τέλος, το ανθρώπινο κεφάλαιο, που δύναται να προσεγγισθεί ως η παρούσα αξία των προσδοκώμενων αποδοχών σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του ατόμου (lifetime income approach). 

Στο Γράφημα 2 παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις για το επίπεδο και τη σύνθεση του πλούτου ανά ενήλικα το 2018 σε σχέση με το 2008 σε επιλεγμένες χώρες της Ευρωζώνης, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Credit Suisse για τον παγκόσμιο πλούτο. Συγκεκριμένα, ο καθαρός πλούτος των νοικοκυριών ορίζεται ως το σύνολο της τρέχουσας αξίας του χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου1 , μετά την αφαίρεση του συνόλου του ιδιωτικού χρέους τους. Εκτιμάται λοιπόν ότι τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν απωλέσει το 27,9% του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους, σωρευτικά στην χρονική περίοδο 2008-2018. Η πτώση αυτή είναι η μεγαλύτερη ανάμεσα στις επιλεγμένες χώρες της Ευρωζώνης και ακολουθούν η Ισπανία, η Ιταλία και η Κύπρος, ενώ η Γερμανία σημειώνει αξιόλογα κέρδη. 


Το ίδιο ισχύει και για την Πορτογαλία - παρά το γεγονός ότι ακολούθησε πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής - λόγω της αύξησης του μηχρηματοοικονομικού πλούτου καθώς επωφελείται από τη σημαντική άνοδο των τιμών των ακινήτων κατά τα τελευταία έτη. Παράλληλα, από την ανάλυση των εν λόγω στοιχείων προκύπτει ότι τα νοικοκυριά στην Ελλάδα κατέγραψαν την μεγαλύτερη μείωση του μη χρηματοοικονομικού πλούτου μετά την Ισπανία, όπως παρουσιάζεται στο Γράφημα. 


Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με την καθίζηση της αγοράς ακινήτων τα προηγούμενα χρόνια. Η τελευταία, ωστόσο, παρουσιάζει πλέον σημαντικά σημάδια ανάκαμψης τόσο στα οικιστικά όσο και στα επαγγελματικά ακίνητα (ο δείκτης τιμών κατοικιών αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2018, ενώ οι δείκτες τιμών γραφείων και καταστημάτων αυξήθηκαν κατά 7,4% και 3,1% αντίστοιχα σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2018).






πηγή  https://www.alpha.gr/